logotype

Το παίξιμο στην περιοχή των άσπρων και των μαύρων πλήκτρων και στην ενδιάμεση ζώνη

Στο παίξιμο του πιάνου μπορεί να κινούμαστε στις εξής περιοχές: α) στην άσπρη, β) στη μαύρη, γ) από τη άσπρη προς τη μαύρη ή αντίστροφα από την μαύρη προς την άσπρη.

Στην άσπρη περιοχή θεωρείται ότι παίζουμε πάντα όταν ο αντίχειρας παίζει στα άσπρα ακόμη και όταν παίζουμε μαύρα πλήκτρα με τα υπόλοιπα δάκτυλα (ακόμη και το 5ο όπως π.χ. appassionata αρχή 3ου μέρος: μι-ρε ύφεση). Στη μαύρη περιοχή παίζουμε σε κάθε περίπτωση που ο αντίχειρας παίζει ή πρόκειται να παίξει στα μαύρα (π.χ. Impromptus op. 90 nr. 4 του Schubert αρχή). Στις περισσότερες περιπτώσεις που το 5ο δάκτυλο παίζει στα μαύρα είμαστε στα μαύρα και σε κάθε περίπτωση που έχουμε 5ο δάχτυλο σε μαύρο πλήκτρο πρέπει να κινηθούμε προς τα μαύρα. Όταν είμαστε μέσα στα μαύρα πλήκτρα τα ενδιάμεσα δάχτυλα (2ο, 3ο και 4ο) παίζουν ανάμεσα στα μαύρα όταν το πλήκτρο είναι άσπρο και ακόμη πιο βαθιά όταν παίζουν μαύρα πλήκτρα. Έτσι όλη η παλάμη βρίσκεται μέσα και τα δάχτυλα κινούνται κατά τον ίδιο τρόπο που κινούνται και στα άσπρα μέχρι να βρουν διέξοδο να ξαναβγουν έξω.

Για να επιλέξουμε σε ποια περιοχή παίζουμε πρέπει αν λάβουμε υπόψη τους εξής κανόνες.

α) Εφόσον δεν υπάρχουν σφιξίματα και έχουμε εξασφαλίσει μία άνετη δακτυλοθεσία παίζουμε στα άσπρα πλήκτρα. Στα άσπρα το πληκτρολόγιο είναι πιο ελαφρύ, υπάρχει άφθονος χώρος και το παίξιμο είναι πιο άνετο. Αντίθετα η κίνηση ανάμεσα στα μαύρα, εμπεριέχει στενότητα χώρου, απαιτεί ειδικές κινήσεις και πολύ περισσότερο έλεγχο λόγω του ότι τα πλήκτρα είναι πιο βαριά και το πλάτος της βύθισης είναι μικρότερο. Αλλά ακόμη και στα άσπρα πλήκτρα δεν υπάρχει κάποια στάνταρντ θέση, καθώς άλλοτε είμαστε πιο μέσα και άλλοτε πιο έξω ανάλογα από το προς τα που πάει το πέρασμα. Γενικότερα όσο πιο έξω τόσο πιο άνετα. Φυσικά, όντας στα άσπρα πλήκτρα θα παίξουμε με το 2ο, 3ο και 4ο δάχτυλο τα μαύρα πλήκτρα και ειδικότερα στο σημείο κοντά στην απόληξή τους προς εμάς (εξωτερικά), αλλά μολονότι τα δάχτυλα αυτά είναι μεν στη μαύρη περιοχή, θεωρούμε ότι το παίξιμο λαμβάνει χώρα στην άσπρη περιοχή. Σαν κανόνας ισχύει ότι τοποθετούμε το 3ο δάκτυλο στο μαύρο πλήκτρο και το 2ο ή το 4ο που προηγείται ή έπεται στα διπλανά άσπρα πλήκτρα. Διαφορετικά, αν έχουμε το 3ο δάχτυλο στα άσπρα και το 2ο ή 4ο στα μαύρα, θα έχουμε υπερέκταση του 2ου ή 4ου και υπερβολικό κύρτωμα του 3ου (κατάσταση που προκαλεί σφίξιμο) ή στρίψιμο της παλάμης (που προκαλεί χειρότερο σφίξιμο). Αν δε μπορούμε να αποφύγουμε ανάλογες περιπτώσεις, θα πρέπει να κάνουμε διαδρομή της παλάμης και όχι μόνο του δαχτύλου προς τα μέσα.

β) Πολλές φορές όμως, παίζοντας στα άσπρα έχουμε αποστάσεις που τα δάχτυλά μας δε μπορούν να καλύψουν χωρίς υπερέκταση ή οι δακτυλοθεσίες που δοκιμάσαμε δε βολεύουν. Αφού εξαντλήσουμε τις δυνατότητες της περιστροφής και της πλάγιας κίνησης του χεριού για την εύρεση λύσης, δοκιμάζουμε να βρούμε λύση (με τον αντίχειρα) στα μαύρα. Στον κόσμο των μαύρων υπάρχει μία τελείως διαφορετική αίσθηση με την οποία πρέπει κάποιος οπωσδήποτε να εξοικειωθεί, γιατί αναπόφευκτα θα πρέπει να ανέβει εκεί και να πολεμήσει με τα αντίστοιχα περάσματα. Στην αρχή φαίνεται να είναι όλα πιο βαριά και δυσκίνητα, αλλά στην πορεία ο εγκέφαλος συντονίζει αυτί και χέρια ώστε να παίξουν με το απαραίτητο βάρος και τις απαραίτητες κινήσεις. Είναι προφανές ότι δυσχεραίνεται ιδιαίτερα το παίξιμο μόνο με δάχτυλα στην περιοχή αυτή. Πολύ μεγάλο πλεονέκτημα της μαύρης περιοχής είναι ότι οι αποστάσεις μεταξύ των πλήκτρων μικραίνουν, πράγμα που αντισταθμίζει το μειονέκτημα του περιορισμένου χώρου παιξίματος. Από αυτήν την άποψη η περιοχή αυτή καθίσταται πιο "ελκυστική" για μικρότερα και μικρά χέρια. Να έχουμε επιπλέον υπ' όψη ότι οι κάθετες μετατοπίσεις (μέσα-έξω) που αναφερθήκαμε στα παραδείγματα στο προηγούμενο άρθρο εφαρμόζονται οπωσδήποτε και στην περιοχή των μαύρων πλήκτρων.

γ) Όταν το πέρασμα ξεκινάει κατευθείαν στα μαύρα ξεκινάμε από εκεί. Τις περισσότερες φορές όμως θα χρειαστεί να μεταβούμε από τα άσπρα στα μαύρα. Για να γίνει αυτό θα πρέπει πριν να προετοιμάσουμε μία σταδιακή κίνηση του κάτω βραχίονα, της παλάμης και των δακτύλων ως ενιαίο σύνολο προς τα μαύρα. Κάτι τέτοιο είναι απόλυτα εφικτό ακόμη και στην περίπτωση που πάμε από το 3ο δάκτυλο στα άσπρα μέσω του 2ου (στην ενδιάμεση ζώνη) προς το 1ο στα μαύρα. Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να παίζεται στρωτά ένα πέρασμα τα άσπρα και στο σημείο που θα πρέπει ο αντίχειρας ή το 5ο δάχτυλο να παίξει σε μαύρο πλήκτρο να γίνεται ένα καταστροφικό απότομο στρίψιμο του καρπού προς τα μέσα και πάνω για να φτάσει ο αντίχειρας το μαύρο πλήκτρο και προς τα έξω και πάνω για να φτάσει το 5ο δάχτυλο το μαύρο πλήκτρο. Λόγω της απότομης αυτής κίνησης πρώτον θα κινδυνεύσουμε να μην πατήσουμε εύστοχα το πλήκτρο, δεύτερον, αν το πατήσουμε, θα έχουμε έναν σκληρό ήχο και τρίτον και κυριότερο μέσω της καταπόνησης του καρπού θα σφίξουμε έντονα το χέρι και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα. Αυτές οι κινήσεις ενέχουν σοβαρό κίνδυνο τραυματισμού και αποτελούν κύρια αιτία για τενοντίτιδες.

Η λύση σε αυτές τις περιπτώσεις που επιβάλλεται είναι η σταδιακή μετάβαση της παλάμης στα μαύρα πλήκτρα. Τις περισσότερες φορές είναι αρκετό να ξεκινάμε προς τα μαύρα δύο ή τρεις νότες πριν το μαύρο πλήκτρο πάντα ανάλογα με το πέρασμα. Σε κάθε περίπτωση αυτή η μετάβαση πρέπει να είναι ζυγισμένη και ομαλή. Όταν πρέπει να εναλλάσσουμε τη στάση του χεριού στα άσπρα και στα μαύρα (π.χ. εναλλαγές οκτάβας 1-5 σε άσπρα πλήκτρα και οκτάβας 1-5 σε μαύρα πλήκτρα) θα πρέπει να κινούμαστε πολύ κοντά στην ενδιάμεση ζώνη ώστε να προλαβαίνουμε να αλλάζουμε θέση.

Η κίνηση του χεριού προς τα μέσα αφενός παρέχει τεράστια ενέργεια και υποστήριξη στα δάκτυλα αφετέρου διευκολύνει το παίξιμο της επιφάνειας των άσπρων πλήκτρων ανάμεσα στα μαύρα πλήκτρα, η οποία είναι δύσκολο να παιχτεί με "στατικό" χέρι, όπου υπάρχει η αίσθηση του εγκλωβισμού στα μαύρα. Αν κάποιος με χοντρά δάκτυλα εφαρμόσει αυτήν την κίνηση θα εκπλαγεί, καθώς ενώ στατικά δε χωρούσαν τα δάκτυλά του ανάμεσα πλέον με την κίνηση προς τα πάνω δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα. Η αιτία για αυτήν την άνεση είναι το ότι με την κίνηση του χεριού προς τα μέσα δημιουργούμε πολύ μεγαλύτερα ανοίγματα μεταξύ των δακτύλων από αυτά που δημιουργούν τα δάχτυλα μεταξύ τους, όταν παίζουν στην ίδια ευθεία χωρίς κάθετη κίνηση του χεριού.

Συμπερασματικά έχουμε κατακτήσει τις σωστές κινήσεις όταν δεν νιώθουμε κοντά και μακριά δάχτυλα ούτε ψηλά και χαμηλά πλήκτρα. Όλα θα πρέπει να είναι ομαλά και ομοιόμορφα. Αν τα δάχτυλα αγκομαχούν να φτάσουν τα μαύρα πλήκτρα χωρίς κάθετη κίνηση του χεριού ή διπλώνουν για να παίζουν δίπλα στον αντίχειρα θα έχουμε ένα κουρασμένο ανομοιογενές και ξερό παίξιμο που αποκλείει κάθε δυνατότητα να "παίξουμε" με τις δυναμικές και να εκφραστούμε.