logotype

Ο συγχρονισμός και η σχέση αλληλεπίδρασης των χεριών μεταξύ του

Αν μπορούμε να παίξουμε μία φράση ή ένα πέρασμα μόνο με το ένα χέρι τεχνικά και μουσικά άρτι το παίζουμε έτσι, γιατί με τη χρησιμοποίηση του άλλου χεριού δημιουργούμε αυτομάτως τεχνικά ζητήματα. Το παίξιμο με το ένα χέρι είναι μια πολύ πιο εύκολη διαδικασία από το παίξιμο με τα δύο χέρια.

Από την άλλη άπειρα τεχνικά προβλήματα λύνονται με την προσεγμένη και συμβατή με το μουσικό περιεχόμενο χρησιμοποίηση του άλλου χεριού, οπότε τα τεχνικά ζητήματα που και πάλι γεννώνται έχουν πολύ λιγότερη βαρύτητα σε σχέση με αυτό που επιλύεται. Ωστόσο στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων παίζουμε και με τα δύο χέρια ταυτόχρονα. Παρακάτω εκτίθενται σκέψεις που διέπουν το παίξιμο και με τα δύο χέρια συγχρόνως ή διαδοχικά που θα βοηθούν ιδιαίτερα στη συνειδητοποίηση και στην επίλυση αντίστοιχων τεχνικών προβλημάτων.

Τα χέρια μας θα πρέπει να βρίσκονται σε μια συνεχή σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλοβοήθειας. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει συνεχώς να υπάρχει η αίσθηση ότι και τα δύο χέρια παίζουν μαζί σαν ενιαίο σύνολο σαν "ένα" πράγμα, ακόμη και αν κάνουν εντελώς διαφορετικά πράγματα. Απαιτείται να νιώθουμε τον τέλειο συγχρονισμό των χεριών κάθε στιγμή του παιξίματος και ιδιαίτερα κατά τη στιγμή που κρούουν ταυτόχρονα πλήκτρα ανεξάρτητα του αν το ένα πάει προς τα μέσα και το άλλο προς τα έξω, αν στο ένα έχουμε χαμηλό καρπό και στο άλλο ψηλό, το ένα πηγαίνει ψηλότερα στο πληκτρολόγιο και το άλλο κατεβαίνει. Ακόμη και σε μακρινά πηδήματα σε διαφορετικές αποστάσεις για κάθε χέρι, κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου πριν την κρούση τα χέρια, τα οποία έχουν διανύσει τελείως διαφορετικές αποστάσεις φτάνουν σε μία ελάχιστη απόσταση πάνω από τα πλήκτρα και τα κρούουν ταυτόχρονα. Επίσης όταν το ένα χέρι διαδέχεται το άλλο, η ένωση θα πρέπει να γίνει άψογα και με τη μέγιστη συγκέντρωση. Αν υπάρχει συνεχής εναλλαγή μεταξύ των δύο χεριών, το παίξιμο του ενός χεριού λειτουργεί ως προάγγελος του παιξίματος του άλλου. Ουσιαστικά δίνει το σήμα στο άλλο να παίξει και ούτω καθεξής, με συνέπεια να υπάρχει συνεχής ροή στη σκέψη και στη μουσική. Αν δεν λάβει χώρα ο συντονισμός και συγχρονισμός των χεριών, το παίξιμό μας θα είναι τεχνικά και μουσικά ασταθές και ανασφαλές.

Θα πρέπει να υπάρχει απόλυτος έλεγχος από τη σκέψη για το τι ακριβώς πρέπει να κάνει κάθε χέρι, πως και πότε. Αυτός ο έλεγχος όμως θα πρέπει να γίνεται πάντα στα πλαίσια της δραστηριότητας και των δύο χεριών ως ενιαία μονάδα, εφόσον στο πέρασμα υπάρχει έστω και μία νότα που παίζεται με το άλλο χέρι. Αυτό θα βοηθήσει τεχνικά το άλλο χέρι και θα ενισχύσει πάρα πολύ την μουσική κατανόηση και απομνημόνευση του κειμένου. Μακροπρόθεσμα αυτό θα μας κάνει πολύ καλούς και στην prima vista, καθώς θα μπορούμε να διαβάζουμε συνδυασμένα τα δύο πεντάγραμμα. Εξάλλου να έχουμε υπ' όψη ότι ακόμη και το πιο απλό πέρασμα μπορούμε να το καταστήσουμε πανδύσκολο, αν το κατακερματίσουμε ανάμεσα στα δύο χέρια κατά τρόπο, ώστε να τα μπερδέψουμε.

Τώρα κάποια λόγια για τη μελέτη με τα χέρια ξεχωριστά. Στο στάδιο της εκμάθηση των νοτών και της τεχνικής επεξεργασίας, αν όλα βγαίνουν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα δεν πραγματοποιούμε καμία ιδιαίτερη μελέτη με ξεχωριστά χέρια. Μπορούμε να κάνουμε κάποια περάσματα του κομματιού ή μέρους του, ώστε να ακούσουμε καθαρά (κυρίως το αριστερό χέρι) για να κάνουμε κάποιες βελτιώσεις. Προσωπικά κάνω μία παραλλαγή της παραπάνω περίπτωσης για να κερδίζω χρόνο. Παίζω τη μελωδία με το δεξί (κατά κανόνα) χέρι pianissimo και τη συνοδεία σε mezzoforte. Εφόσον δεν υπάρχουν τεχνικά θέματα και έχουμε καταλάβει τη μουσική, η επιμονή σε μελέτη με χωριστά χέρια θα είναι επιζήμια, διότι νευρολογικά διασπάμε τη σκέψη σε δύο ξεχωριστά κομμάτια, τα οποία αργότερα θα είναι πολύ δύσκολο να τα δει ο εγκέφαλος σαν "ένα". Περαιτέρω δημιουργούμε αντανακλαστικά τελείως διαφορετικά από αυτά που θα χρειαστούμε στην τελική εκτέλεση του έργου. Σε αυτά να προσθέσουμε ότι ο κορμός, τα χέρια και η παλάμη στην εκτέλεση μόνο του ενός χεριού θα πάρουν πολύ καλύτερη θέση από αυτήν που είναι αναγκασμένα να έχουν στην εκτέλεση με τα δύο χέρια. Άρα είναι σαν να μελετάμε κάτι άλλο! Τέλος χωρίζοντας τα χέρια διασπάμε και την ίδια τη μουσική, γιατί στην πλειονότητα των περιπτώσεων μελωδία και συνοδεία εναλλάσσονται στα δύο χέρια. Προσφεύγουμε σε αυτή λοιπόν μόνο αν υπάρχει ειδικός λόγος.

Σε ακολουθία με τα παραπάνω δεν είναι καθόλου ωφέλιμο για παράδειγμα να "μελετά" κανείς μία φούγκα του Bach, αφού την έχει ξεκαθαρίσει τεχνικά και μουσικά, με κάθε χέρι ξεχωριστά. Το μόνο που κάνει είναι να διασπά φωνές, σκέψεις και εν τέλει μουσική. Είναι σαν να βάζουμε ένα μαθητή να μάθει (κατανοήσει και απομνημονεύσει) ένα ποίημα και να του δίνουμε τις μισές λέξεις σε μία σελίδα και τις υπόλοιπες σε μία δεύτερη, λέγοντάς του να μάθει πρώτα τις λέξεις της πρώτης και μετά της δεύτερης σελίδας και μετά όλο το ποίημα μαζί. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της μελέτης κάθε φωνής ξεχωριστά με τη χρησιμοποίηση ωστόσο και των δύο χεριών. Αυτή είναι ωφέλιμη και απαραίτητη στο πρώτο στάδιο εκμάθησης, αλλά αφού λυθούν τα τεχνικά και μουσικά ζητήματα κάθε φωνής (οριζόντια μελέτη του έργου), πρέπει να μελετώνται όλες οι φωνές μαζί (κάθετη μελέτη του έργου), γιατί απλά εν τέλει θα πρέπει να παιχθούν όλες οι φωνές μαζί. Βέβαια πάλι μπορούμε να ακούμε ή να προβάλλουμε με μεγαλύτερο βάρος μία φωνή για εξάσκηση, αλλά πάντα με τα δύο τα χέρια και όλες τις υπόλοιπες φωνές εκεί. Συνεπώς μετά το αρχικό στάδιο εκμάθησης νοτών, τεχνικής και μουσικής, ό,τι και να κάνουμε στο κομμάτι (αργή μελέτη, μελέτη με τρόπους, μελέτη με διαφορετική άρθρωση, προσπάθεια εκμάθησης απ' έξω) θα πρέπει να το κάνουμε με τα χέρια μαζί. Έτσι θα χτίσουμε, θα εξελίξουμε και θα τελειοποιήσουμε τους αυτοματισμούς που χρειάζεται η τελική εκτέλεση.

Εφόσον διαπιστωθεί ότι υπάρχουν τεχνικά ζητήματα προς επίλυση μόνο στο ένα χέρι ή και στα δύο χέρια ακολουθούμε την εξής διαδικασία. Επιστρατεύουμε όλες τις τεχνικές που κατέχουμε και βρίσκουμε το σχήμα του περάσματος που μας φαίνεται καλύτερο για κάθε χέρι. Δεν αρχίζουμε να το μελετάμε επί ώρες μόνο του κάθε χέρι, αλλά βάζουμε αμέσως στο παιχνίδι το άλλο χέρι και τα δοκιμάζουμε μαζί. Πολύ συχνά κάτι που εκτελείται άψογα από το ένα χέρι μόνο του καταρρέει από την πρώτη νότα αν βάλουμε το άλλο χέρι. Εκεί προσαρμόζουμε τις τεχνικές, τις κινήσεις της παλάμης και του βραχίονα και τη δακτυλοθεσία, ώστε να κάνουμε τα πράγματα όσο πιο συμβατά γίνεται. Εδώ παίζεται όλο το παιχνίδι. Πρέπει να είμαστε σε θέση να βρίσκουμε περισσότερες εναλλακτικές. Εναλλακτικές που μας φαίνονται απίθανες με το ένα χέρι να παίζει μόνο του μπορεί να είναι οι ιδανικές όταν παίζει και το άλλο χέρι μαζί.

Δοκιμάζουμε με τα δύο χέρια μαζί. Αν δεν κυλάει η μουσική και δεν υπάρχει απόλυτη άνεση, σημαίνει ότι χωλαίνει η τεχνική και δοκιμάζουμε νέες αλλαγές ακόμη και στο χέρι που μας φαίνεται ότι εκτελείται τέλεια μόνο του. Αν δούμε ότι το πράγμα κυλάει, αμέσως αρχίζουμε να θεμελιώνουμε τις συγχρονισμένες κινήσεις, τις δουλεύουμε συστηματικά κατ' αρχήν σε αργή ταχύτητα και κρατάμε απαραιτήτως τη δακτυλοθεσία,. Ήδη την επόμενη μέρα θα πρέπει να έχουμε άμεσα αποτελέσματα και τη μεθεπόμενη ακόμη καλύτερα. Αν μετά από 3-4 ημέρες δεν εκτελείται το σημείο άψογα σε τουλάχιστον moderato τέμπο, το αφήνουμε και επανερχόμαστε κάποιες μέρες αργότερα, ξαναψάχνοντας τις κινήσεις. Μπορεί κάποιες κινήσεις να συγχρονίζονται σε αργή ταχύτητα, αλλά σε γρήγορη καταρρέουν. Σε αργή ταχύτητα εξάλλου υπάρχει η δυνατότητα για περισσότερες δακτυλοθεσίες και πιθανά σχήματα των φράσεων. Εξάλλου ας έχουμε υπ΄ όψη ότι αρκεί μία μόνο λάθος κίνηση ή ένας λάθος δακτυλισμός σε ένα χέρι να μπλοκάρει το νευρικό μας σύστημα και όλη την εκτέλεση του περάσματος. Άρα δεν πρέπει να τα αλλάζουμε όλα, αλλά να ψάχνουμε να βρούμε που είναι το λάθος. Ήδη το γεγονός ότι γνωρίζουμε ότι το μπλοκάρισμα οφείλεται στη μη συμβατότητα των κινήσεων των δύο χεριών είναι κάτι πολύ σημαντικό, γιατί ξέρουμε πως και που πρέπει να δουλέψουμε. Αν δε γνωρίζουμε τον παράγοντα αυτό, μόνο με τυχαίο πειραματισμό μπορούμε να βρούμε λύση και αυτό κοστίζει πολύ χρόνο.

Τέλος να σημειώσουμε ότι δεν θα πρέπει να συγχέουμε τις μελετημένες και απόλυτα ελεγχόμενες κινήσεις των χεριών από το νου που οδηγεί σε αυτοματοποίηση του παιξίματος και δημιουργία αντανακλαστικών με το λεγόμενο μηχανικό παίξιμο. Αντιθέτως θα λέγαμε ότι οι συντονισμένες κινήσεις των χεριών μας εξαναγκάζουν σε συνεχή σκέψη και έλεγχο και μας βοηθάνε να διατηρούμε το tempo, γιατί όλες είτε ενεργητικές είτε παθητικές έχουν τη δική τους θέση όχι μόνο στο χώρο, αλλά και στο χρόνο.