logotype

Η οριζόντια-πλευρική κίνηση του βραχίονα

Μεταφέροντας το βάρος από δάχτυλο σε δάχτυλο με παθητικό το βραχίονα στην προαναφερθείσα θέση Chopin υπάρχει μία ένταση στο χέρι καθώς νιώθουμε τραβήγματα από διαφορετικές κατευθύνσεις εντός της παλάμης διότι μέρος του βάρους σταματάει στην πρώτη μετακαρποφαλαγγική άρθρωση λόγω της μη απόλυτης ευθυγράμμισης κάθε δαχτύλου με το υπόλοιπο χέρι.

Ακόμη και στην παραπάνω θέση αλλά ιδίως σε περιπτώσεις με πιο απομακρυσμένες διαδοχικές νότες τα δάχτυλα ανοίγουν ενεργητικά για να καλύψουν τις αποστάσεις με αποτέλεσμα περαιτέρω σφίξιμο και δυσκινησία.

Αν όμως κάνουμε μία κίνηση του βραχίονα ελαφρώς προς τα πάνω (χωρίς να ξεκολλάμε το δάχτυλο από το πλήκτρο, αλλά χρησιμοποιώντας το τρόπον τινά σαν σκαλοπάτι) και εν συνεχεία δεξιά, φέρνοντας το 2ο δάχτυλο σχεδόν παθητικά μετακινούμενο από τον κάτω βραχίονα και την παλάμη ακριβώς σε ευθεία γραμμή με το υπόλοιπο χέρι πάνω από το πλήκτρο που θα παιχθεί, από το άνοιγμα αυτό δεν θα προκληθεί κανένα απολύτως σφίξιμο και θα έχουμε μία ομοιογενή ηχητική μετάβαση. Να σημειωθεί ότι η σχεδόν παθητική στάση του επόμενου δάχτυλου (ουσιαστικά προετοιμάζεται-προσαρμόζεται) σταματά τη στιγμή που θα πρέπει να πατήσει το επόμενο πλήκτρο. Εκεί έχουμε απόλυτα ενεργητικό δάχτυλο, όπως ακριβώς παίζαμε στο προηγούμενο παράδειγμα με το βάρος του βραχίονα, αλλά και μία παράλληλη κίνηση της ήδη ελαφρώς υψωμένης παλάμης προς τα κάτω ώστε να έχουμε πιο άνετο και στρογγυλό παίξιμο. Με τον παραπάνω τρόπο το βάρος του βραχίονα με ευθυγραμμισμένο το μηχανισμό θα μεταφερθεί ανεμπόδιστα στο επόμενο πλήκτρο.

Την ίδια διαδικασία ακολουθούμε και από το 2ο στο 3ο δάχτυλο κοκ. Σημειώνουμε ότι οι κινήσεις πάνω-κάτω της παλάμης γίνονται ξέχωρα και αυτόνομα από την πλευρική κίνηση και είναι ελάχιστες έως σχεδόν αόρατες όταν οι νότες είναι δίπλα δίπλα και γίνονται μεγαλύτερες όσο μεγαλώνουν οι αποστάσεις. Για παράδειγμα σε έναν αρπισμό όταν παίζουμε το 3ο δάχτυλο και θέλουμε να πάμε στον αντίχειρα έχουμε μεγάλη πάνω κίνηση της παλάμης για να έχουμε ομοιόμορφο ήχο. Αν παίξουμε μόνο με πλάγια κίνηση θα κομματιαστεί ο ήχος. Αν οι κινήσεις πάνω-κάτω γίνουν έστω και λίγο μεγαλύτερες από όσο πρέπει, δεν θα μας επιτρέψουν να κινηθούμε με ταχύτητα, αλλά και στην αργή ταχύτητα υπάρχει κίνδυνος να κομματιάσουν το legato. Επίσης ακόμη και όταν η επόμενη νότα που θέλουμε να συνδέσουμε με την πλευρική κίνηση είναι μακριά και πρέπει να σηκωθεί το χέρι, το δάχτυλο παραμένει στο πλήκτρο μέχρι την τελευταία στιγμή στα πλαίσια της ανοδικής κίνησης. Δεν έχουμε δηλαδή κάτι σαν staccato, αλλά ένα portato που το νιώθουμε σαν legato. Αν το νιώσουμε και το ακούσουμε εσωτερικά ενωμένα, κατά τον ίδιο τρόπο θα το αποδώσουμε.

Η κίνηση αυτή της οριζόντιας μετακίνησης του βραχίονα επιτρέπει ακόμη και στα πολύ μικρά χέρια να κινηθούν με άνεση και ελευθερία ακόμη και σε φαινομενικά μεγάλες αποστάσεις όπως στην σπουδή αρ. 1 έργο 10 του Chopin ή στο Jeux d' eaux του Ravel. Ο βραχίονας ξεκινά να κινείται μόνο αφού ολοκληρωθεί το παίξιμο της πρώτης νότας και σταματάει να κινείται όταν το επόμενο δάχτυλο είναι πάνω από το επόμενο πλήκτρο. Κατά το κατέβασμα του πλήκτρου δεν υπάρχει καμία πλευρική κίνηση. Επίσης σημαντικό είναι να επανέρχεται το προηγούμενο δάχτυλο στη φυσιολογική του θέση (δίπλα σε αυτό που παίζει) με το που θα πατηθεί το επόμενο πλήκτρο και να μην παραμένει εκτεταμένο στον αέρα πάνω από το σημείο που έπαιξε. Η επαναφορά αυτή γίνεται παθητικά με το άφημα του πλήκτρου χωρίς καμία μυική ενέργεια. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να παίξουμε με άνεση και ταχύτατα τα δαιμονισμένα αρπίσματα με τα δέκατα έκτα στο 3ο μέρος της σονάτας υπό το σεληνόφως.